Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2006

Η Κίνα και η παγκόσμια Οικονομία

«Ο πολίτης και η Οικονομία»
Η Κίνα και η παγκόσμια Οικονομία


Το ταξίδι του πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή στην Κίνα αποτελεί ένα ακόμη βήμα για την αναβάθμιση των διμερών σχέσεων, σε μια εποχή που ο ρόλος της Κίνας στη διεθνή οικονομία γίνεται όλο και πιο ορατός και σημαντικός. Η Κίνα, που μέχρι το 2004 ήταν έβδομη, έχει πια μέσα σε ένα χρόνο γίνει η τέταρτη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, μετά τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία και τη Γερμανία και πλέον δικαιούται μια θέση στον όμιλο των επτά ή οκτώ ισχυρότερων οικονομιών του πλανήτη (G7 ή G8 συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας).

Όταν ο «Εκόνομιστ», που δεν διακρίνεται για τον φιλοκινεζισμό του, έφθασε στο σημείο να παρατηρήσει ότι είναι τελικά στο Πεκίνο και όχι στην Ουάσιγκτον που με αυξανόμενο ρυθμό λαμβάνονται κρίσιμες αποφάσεις που επηρεάζουν ανά τον κόσμο τους εργαζόμενους, τις εταιρίες, τις χρηματαγορές και τα μακροοικονομικά των κρατών, τότε γίνεται αντιληπτό πως η Κίνα αποτελεί ένα νέο φαινόμενο με μεγάλο ειδικό βάρος στην παγκόσμια οικονομία.

Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, όπου ούτως ή άλλως οι εθνικές οικονομίες επηρεάζονται από εξελίξεις εκτός των συνόρων τους, είναι η Κίνα αυτή που βρίσκεται πίσω από πολλές αυτές τις εξωγενείς τάσεις, επηρεάζοντάς τις, με θετικό ή αρνητικό τρόπο, ανάλογα με τα συμφέροντα και την οπτική γωνία κάθε χώρας. Το ύψος του πληθωρισμού και των επιτοκίων, των μισθών και των κερδών των εταιριών, των τιμών του πετρελαίου, ακόμα και των ακινήτων, στην Ελλάδα και σε κάθε άλλη χώρα, άμεσα ή έμμεσα επηρεάζονται από την κινεζική οικονομία.

Το «όπλο» του φθηνού εργατικού δυναμικού
Η μαζική «εισβολή» στην παγκόσμια οικονομική σκηνή του τεράστιου εργατικού δυναμικού της Κίνας, που παράγει μια πλημμυρίδα φθηνών προϊόντων, έχοντας κατακλύσει τις ξένες αγορές, είναι η μια όψη του νομίσματος. Είναι αυτή που συχνά ανησυχεί τους επιχειρηματίες και τους εργαζόμενους στις χώρες εισαγωγής, που βλέπουν τις τιμές των προϊόντων και τους μισθούς να συμπιέζονται και συχνά διαμαρτύρονται στις κυβερνήσεις τους ότι οι κινεζικές εταιρίες τους «κλέβουν» δουλειές και θέσεις εργασίας.

Μάλιστα η Κίνα υπολογίζεται ότι έχει ακόμα περίπου 200 εκατ. υποαπασχολούμενους στις αγροτικές περιοχές της και θα χρειαστούν γύρω στις δύο δεκαετίες για να απορροφηθούν πλήρως από τις επιχειρήσεις της. Συνεπώς πίσω από τον τωρινό «στρατό» φθηνών εργατικών χεριών, υπάρχουν άλλες «εφεδρείες» και δεν αναμένεται έτσι σύντομα να σταματήσει η επίδραση -καλή ή κακή- του χαμηλού κόστους εργατικού δυναμικού της στις άλλες χώρες. Η Κίνα αναμένεται να παραμείνει για αρκετά χρόνια ο φθηνότερος παραγωγός των περισσότερων ειδών νοικοκυριού στον κόσμο - αλλά όχι των ειδών υψηλής τεχνολογίας, όπου Ιάπωνες, Κορεάτες, Ευρωπαίοι και Αμερικανοί έχουν προβάδισμα.

Είναι αλήθεια ότι στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες οι μισθοί ως ποσοστό του εθνικού εισοδήματος βρίσκονται σχεδόν στο χαμηλότερο σημείο των τελευταίων δεκαετιών και σε αυτό παίζει ρόλο ότι ο ανταγωνισμός από τους Κινέζους εργάτες με τα φθηνά ημερομίσθια μειώνει τη διαπραγματευτική δύναμη των εργαζομένων στις δυτικές χώρες. Ως συνέπεια αυτού του γεγονότος, τα εταιρικά κέρδη παγκοσμίως αποτελούν πλέον μεγαλύτερο κομμάτι της «πίτας» του ΑΕΠ. Ακούγεται οξύμωρο αλλά οι καπιταλιστές της Δύσης πρέπει να ευγνωμονούν τους κινέζους κομμουνιστές σε μεγάλο βαθμό για την εκτίναξη των κερδών τους.

Η άλλη όψη είναι ότι οι κινεζικές εισαγωγές εδώ και μια δεκαετία αυξάνονται με τον ίδιο ρυθμό όπως οι εισαγωγές, χάρη στις ακόρεστες ανάγκες για πρώτες ύλες της ταχέως αναπτυσσόμενης κινεζικής οικονομίας (με εντυπωσιακό μέσο ρυθμό 9,5% επί δύο δεκαετίες). Η Κίνα είναι ήδη ο μεγαλύτερος καταναλωτής στον κόσμο σε πολλά εμπορεύματα, όπως αλουμίνιο, χάλυβα, χαλκό και άνθρακα και ο δεύτερος μεγαλύτερος διεθνώς στο πετρέλαιο (γι’ αυτό ακριβώς ευθύνεται εν μέρει για την αύξηση των τιμών του «μαύρου χρυσού»). Με δεδομένο ότι στην Κίνα κυκλοφορεί μόνο ένα αυτοκίνητο ανά 70 κατοίκους (έναντι ένα αυτοκίνητο ανά δύο κατοίκους στις ΗΠΑ), η πίεση στις τιμές του πετρελαίου, εξαιτίας της κινεζικής ζήτησης για καύσιμα, θα συνεχισθεί για χρόνια.

Η κινεζική οικονομία είναι ασυνήθιστα ανοικτή στο διεθνές εμπόριο, με συνέπεια -λόγω του μεγέθους της- να έχει αλυσιδωτές επιπτώσεις σε όλο τον κόσμο. Το σύνολο των εξαγωγών-εισαγωγών προϊόντων κα υπηρεσιών της Κίνας φθάνει το 75% του ΑΕΠ της έναντι μόλις 25 - 30% στην Ιαπωνία, την Ινδία και τη Βραζιλία, άλλες πολυπληθείς χώρες. Είναι παρανόηση ότι η Κίνα υπερ-εξάγει. Η αναλογία των εξαγωγών της προς το ΑΕΠ είναι γύρω στο 30%, ποσοστό υψηλό σε σχέση με τις ΗΠΑ, όχι όμως σε σχέση με τη Γερμανία ή άλλες ευρωπαϊκές και ασιατικές χώρες.



Η ΘΕΣΣΑΛΙΑ Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2006

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2006

Τελευταίοι στους «25» στις νέες τεχνολογίες


ΗΜΕΡΗΣΙΑ 6/12/2005 8:30:00 πμ

H χαμηλή ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και οι σοβαρές καθυστερήσεις στην προώθηση των μεταρρυθμίσεων και στην υιοθέτηση νέων τεχνολογιών βρέθηκαν στο επίκεντρο των συζητήσεων χθες, πρώτη ημέρα διεξαγωγής των εργασιών του «Aνοικτού Φόρουμ για την Aνταγωνιστικότητα και την Aνάπτυξη» που διοργανώνει ο ΣEB και το οποίο ολοκληρώνεται σήμερα.

Του Δημήτρη Διαμαντίδη και της Eλευθερίας Aρλαπάνου

Απαισιοδοξία για τις οικονομικές εξελίξεις και φόβους πως το 2006 θα είναι σχεδόν εξίσου δυσμενές με το 2005, εκφράζουν οι ελληνικές επιχειρήσεις. Σύμφωνα με την έρευνα των Eυρωεπιμελητηρίων (Eurochambres Economic Survey 2006), που παρουσιάστηκε στις Bρυξέλλες, 5 στις 10 ελληνικές επιχειρήσεις υποστήριξαν πως η γενικότερη εγχώρια οικονομική κατάσταση κατά το έτος 2005 επέδρασε αρνητικά στη δραστηριότητά τους.

Παράλληλα, μόλις 2 στις 10 εταιρείες απάντησαν πως η εξέλιξη της οικονομίας φέτος είχε θετικό αντίκτυπο στην ανάπτυξή τους.

Oι εκτιμήσεις των εταιρειών εμφανίζονται λίγο καλύτερες για το 2006, σε σχέση με το 2005, αλλά η πλειοψηφία, δηλαδή το 36,5% πιστεύουν πως το νέο έτος θα είναι χειρότερο από το τρέχον.

Απαισιοδοξία
Tο 30,9% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι η κατάσταση το 2006 θα είναι ίδια με φέτος και ανάλογο ποσοστό εκτιμά ότι το επόμενο έτος θα είναι καλύτερο. Πιο απαισιόδοξες είναι οι μικρότερες εταιρείες, καθώς, μεταξύ αυτών, το ποσοστό όσων βλέπει μόνο αρνητικές εξελίξεις το 2006 προσεγγίζει το 40,1%.

Στον τομέα της απασχόλησης, το 52,4% των εταιρειών του δείγματος, δήλωσε ότι το 2005 διατήρησε ακριβώς τον ίδιο αριθμό εργαζόμενων με το 2004 και μόλις το 26% τον αύξησε, ενώ το 20,2% τον μείωσε. Tέλος, όσον αφορά στις επενδύσεις το 50,1% των επιχειρήσεων τις κράτησε στο ίδιο επίπεδο με πέρσι, 32,5% τις διεύρυνε και το 15,9% τις συρρίκνωσε.

Μεγάλες καθυστερήσεις στην υιοθέτηση των νέων τεχνολογιών από την Eλλάδα, εντόπισε η αρμόδια κοινοτική επίτροπος Bίβιαν Pέντινγκ, μιλώντας χθες στο «Aνοικτό Φόρουμ για την Aνταγωνιστικότητα και την Aνάπτυξη». Oπως είπε, αν η Eλλάδα επιθυμεί να καταστεί πύλη μεταξύ των αγορών της NA Eυρώπης και της Mέσης Aνατολής οφείλει να επενδύσει στις υψηλές τεχνολογίες, στον τομέα της έρευνας και στις υποδομές πληροφορίας. Aυτό σημαίνει, υπογράμμισε, δημιουργία κατάλληλων συνθηκών για, την ανάπτυξη εταιρειών start - ups αλλά και για την επιστροφή από το εξωτερικό των πολλών και ιδιαίτερα ταλαντούχων Eλλήνων που θα μπορέσουν να ανταποκριθούν στην οικονομία της πληροφορίας.

Ανταγωνισμός
Σύμφωνα με την επίτροπο, η Eλλάδα έχει τις υψηλότερες χρεώσεις και τα χαμηλότερα επίπεδα ανταγωνισμού, επομένως, τόνισε δεν προκαλεί έκπληξη ότι μόνο το 22% των ελληνικών νοικοκυριών έχουν πρόσβαση στο διαδίκτυο, έναντι 49% που είναι ο μέσος ευρωπαϊκός όρος. H διείσδυση των ευρυζωνικών δικτύων ανέρχεται μόλις στο 1%, έναντι 11% που είναι ο μέσος όρος στην E.E. των 25, με αποτέλεσμα η Eλλάδα να κατατάσσεται 24η θέση. Mόλις το 10% του πληθυσμού έχει DSL έναντι 85% στην E.E. των 15. Στην 22η θέση στην EE25 κατατάσσεται η Eλλάδα όσον αφορά την καινοτομία και στην 20ή θέση ως προς τις δαπάνες για υψηλή τεχνολογία.

Σύμφωνα με την έκθεση WEF, η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση μεταξύ των «25» της Ε.Ε. στον τομέα της τεχνολογικής ετοιμότητας.

«Πρέπει να είναι κοινός παρονομαστής οι αλλαγές στους νόμους και τη δημόσια διοίκηση, έτσι ώστε να επιτευχθεί βιώσιμη και όχι επιδοτούμενη ανάπτυξη». Αυτό τόνισε ο διευθύνων σύμβουλος της Ελληνικής Τεχνοδομικής και μέλος του Δ.Σ. του ΣΕΒ Αν. Καλλιτσάντσης. Στην ομιλία του επισήμανε ότι στην ανταγωνιστικότητα και στη δημόσια διοίκηση «ήμασταν στις τελευταίες θέσεις των 15 και πάμε για τις τελευταίες θέσεις των 25».

Επενδύσεις στην υψηλή τεχνολογία
# Αν η Eλλάδα, σύμφωνα με την κοινοτική επίτροπο Β. Ρέντινγκ, επιθυμεί να καταστεί πύλη μεταξύ των αγορών της NA Eυρώπης και της Mέσης Aνατολής οφείλει να επενδύσει στις υψηλές τεχνολογίες, στον τομέα της έρευνας και στις υποδομές πληροφορίας.

Πρόσβαση στο διαδίκτυο
# Σύμφωνα με την επίτροπο, η Eλλάδα έχει τις υψηλότερες χρεώσεις και τα χαμηλότερα επίπεδα ανταγωνισμού, επομένως, τόνισε δεν προκαλεί έκπληξη ότι μόνο το 22% των ελληνικών νοικοκυριών έχουν πρόσβαση στο διαδίκτυο, έναντι 49% που είναι ο μέσος ευρωπαϊκός όρος.

ΣΕΒ: Συνταγές του παρελθόντος
Σκληρή κριτική για την καθυστέρηση με την οποία προωθούνται οι μεταρρυθμίσεις στην οικονομία άσκησε ο πρόεδρος του ΣEB, O. Kυριακόπουλος και ζήτησε μεγαλύτερη ευελιξία στην αγορά εργασίας και περιορισμό του κράτους και των ΔEKO.

Mιλώντας στο «Aνοικτό Φόρουμ για την Aνταγωνιστικότητα και την Aνάπτυξη», ο πρόεδρος των βιομηχάνων τόνισε ότι «ο κόσμος αλλάζει ριζικά, η τεχνολογία εξελίσσεται ταχύτατα, ενώ η δική μας οικονομία και κοινωνία πορεύεται αμήχανα ή αλλάζει με πολύ βραδύτερους ρυθμούς».

O κ. Kυριακόπουλος επισήμανε ότι την κύρια ευθύνη για τη συνεχή βελτίωση της ανταγωνιστικότητας έχουν οι επιχειρήσεις, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η πολιτική εξουσία έχει διαμορφώσει τις κατάλληλες συνθήκες λειτουργίας των αγορών και η κοινωνία δεν αντιδρά στις μεταρρυθμίσεις.

«Πιστεύουμε ότι μπορούμε να λύσουμε τα προβλήματά μας Βε τις συνταγές του παρελθόντος. Aρνούμαστε να «ξεβολευτούμε» ενώ, την ίδια στιγμή, φροντίζουμε να απολαμβάνουμε τα εισαγόμενα αγαθά μας με τα καταναλωτικά μας δάνεια», είπε ο κ. Kυριακόπουλος.

O πρόεδρος του ΣEB σημείωσε ότι χρειάζεται περισσότερη ευελιξία στον χρόνο και το χώρο εργασίας, αλλά τάχθηκε κατά της κατάργησης των αποζημιώσεων στους απολυμένους, ενώ τόνισε ότι τα θέματα του μεγάλου κράτους και των ΔEKO επιβαρύνουν την ανταγωνιστικότητα και πρέπει να βρεθούν βιώσιμες λύσεις, τις οποίες θα μπορέσει να αποδεχθεί η κοινωνία. «Xωρίς συναίνεση δεν μπορούμε να πετύχουμε τίποτα», είπε.

Ψηφιακό (ευρω)χάσμα με αρνητική εικόνα για την Ελλάδα

Ημ: 23/12/2005

Αν και ατελής η σύγκριση των δεικτών e-Europe από το ελληνικό Παρατηρητήριο Πληροφορικής, είναι εμφανές ότι από τα στοιχεία που υπάρχουν μέχρι στιγμής, η χώρα υστερεί στην χρήση και αξιοποίηση της τεχνολογίας.

Το Παρατηρητήριο Πληροφορικής για πρώτη φορά φέτος κατέγραψε τους δείκτες e-Europe στην Ελλάδα. Πρόκειται για τους δείκτες της ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας e-Europe 2005 με τους οποίους παρακολουθούνται οι στόχοι της Συνόδου της Λισσαβώνας σε ότι αφορά την ανάπτυξης της Κοινωνίας της Πληροφορίας στην Ε.Ε.

Το Παρατηρητήριο όταν πριν λίγους μήνες ανακοίνωσε τους δείκτες e-Europe απέφυγε να δώσει τους Ευρωπαϊκούς με τους οποίους συγκρίνονταν η χώρα, προκειμένου να μην είναι εμφανής η σύγκριση. Η κριτική ωστόσο που υπέστη, τελικά οδήγησε πρόσφατα στην έκδοση συγκριτικών δεικτών e-Europe μεταξύ Ελλάδα και Ε.Ε.

H σύγκριση σε πολλές περιπτώσεις δεν είναι εφικτή δεδομένου είτε ότι δεν έχει αντίστοιχη μέτρηση η Eurostat ή εκείνα τα στοιχεία που επιλέγει για σύγκριση το Παρατηρητήριο Πληροφορικής (π.χ. μέσους όρους Ε.Ε.-25 και E.E-15) δεν είναι πλήρως διαθέσιμα από την Eurostat. Όπως και να έχει η κατάσταση, με βάση αυτή την μη-ολοκληρωμένη σύγκριση, είναι εμφανές ότι η χώρα υστερεί στη χρήση και αξιοποίηση του Internet και στην ευρυζωνικότητα. Η διείσδυση του Internet είναι χαμηλή σε επίπεδο πολιτών, νοικοκυριών και δημοσίου τομέα, ενώ σε καλύτερο επίπεδο, πλησίον των ευρωπαϊκών μέσων όρων, βρίσκεται η χρήση του Internet στις επιχειρήσεις.

"Η εικόνα του επιχειρηματικού κόσμου (για επιχειρήσεις με τουλάχιστον 10 υπαλλήλους) είναι διαφορετική", αναφέρει το Παρατηρητήριο Πληροφορικής. "Και οι πέντε δείκτες Β1-Β5", συνεχίζει, "παρουσιάζουν την χώρα μας να βρίσκεται σε ικανοποιητικά επίπεδα και συγκεκριμένα να συγκλίνει προς τη μέση τιμή της Ευρώπης των 25 και 15 κρατών μελών. Θα πρέπει να επισημανθεί βέβαια, ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των ελληνικών επιχειρήσεων είναι επιχειρήσεις μικρότερους μεγέθους (με 1-9 εργαζόμενους), όπου η διείσδυση και χρήση του Internet εκτιμάται σε πολύ χαμηλότερες τιμές (38%)".

Σε ότι αφορά την ευρυζωνικότητα, το Παρατηρητήριο Πληροφορικής αναφέρει ότι, η Ελλάδα διπλασίασε μεν την διείσδυση στο α' εξάμηνο του 2005 η οποία ανήλθε σε 1%, αλλά υπολείπεται των χωρών μελών της Ε.Ε.

Από την άλλη πλευρά το ποσοστό των νοικοκυριών με πρόσβαση στο Διαδίκτυο υπολογίστηκε στο 24%, ενώ οι αντίστοιχες τιμές του δείκτη για την Ευρώπη των 15 και την Ευρώπη των 25 ανέρχεται σύμφωνα με την Eurostat σε ποσοστό 55% και 49%. "Αν λάβουμε υπόψη και τους ρυθμούς μεταβολής των 25 και 15 ευρωπαϊκών χωρών... φαίνεται ότι χρειάζεται να δοθεί ιδιαίτερη μέριμνα στον τομέα της πρόσβασης και διείσδυσης του Διαδικτύου στα νοικοκυριά και στον πληθυσμό", αναφέρει το Παρατηρητήριο Πληροφορικής.

Ακόμη στη χώρα μας πάσχει και η ηλεκτρονική διακυβέρνηση. Μόνον το 8% του πληθυσμού χρησιμοποιεί το Διαδίκτυο για συναλλαγές με το δημόσιο, όταν στην Σουηδία το ίδιο κάνει περίπου ο μισός πληθυσμός της χώρας. Αντίθετα -κυρίως λόγω TAXISnet- πιο ισχυρή εμφανίζεται η χρήση των συναλλαγών επιχειρήσεων και κράτους.